ευξήραντος

-η, -ο (Α εὐξήραντος)
(κυρίως για υγρά) αυτός που ξηραίνεται ή εξατμίζεται εύκολα
νεοελλ.
αυτός τού οποίου η αξία δεν μειώνεται ή και αυξάνεται με την ξήρανση («η κορινθιακή σταφίδα είναι ευξήραντη»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ξηραίνω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐξήραντος — easily drying masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐξήραντον — εὐξήραντος easily drying masc/fem acc sg εὐξήραντος easily drying neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐξήραντα — εὐξήραντος easily drying neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐξήραντοι — εὐξήραντος easily drying masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.